Παρέμβαση του ΔΣΑ για τη διασφάλιση του θεσμικού ρόλου των έμμισθων δικηγόρων ΟΤΑ.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών προέβη στην έκδοση ανακοίνωσης αναφορικά με το υπό κατάθεση σχέδιο νόμου για τον Νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις προβλέψεις του ως προς τη θέση και τα καθήκοντα των έμμισθων δικηγόρων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Στην ανακοίνωση επισημαίνονται ζητήματα που άπτονται του θεσμικού ρόλου, της επαγγελματικής ανεξαρτησίας και του υπηρεσιακού καθεστώτος των έμμισθων δικηγόρων ΟΤΑ, υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν τη δικηγορική ιδιότητα και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

«Στο σχέδιο του Νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συγκεκριμένα, στο Βιβλίο 2, στο Άρθρο 32 Αρμοδιότητες της Δημοτικής και Περιφερειακής επιτροπής (Αρ. 72, 74Α, 175 Α και 176 του ν.3852/2010) αναφέρεται μεταξύ των άλλων: «[…] αε) Αποφασίζει για την υποβολή προσφυγών στις διοικητικές αρχές και για την άσκηση ή μη όλων των ένδικων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων, καθώς και για την παραίτηση από αυτά. Η υποβολή προσφυγής στις περιπτώσεις δικών που αφορούν στον προσδιορισμό ή τη μετατροπή της εργασιακής σχέσης μεταξύ εργαζομένων και του δήμου ή αντίστοιχα της περιφέρειας, στις οποίες η άσκηση ενδίκων μέσων είναι υποχρεωτική. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου η προσφυγή ασκείται υποχρεωτικά από την Νομική Υπηρεσία του Δήμου ή αν αυτή δεν υφίσταται από τον δήμαρχο».

Με την επίμαχη προσθήκη στο σχέδιο του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το οποίο τελεί υπό δημόσια διαβούλευση, επιχειρείται η κατάργηση της υποχρέωσης λήψης απόφασης από τη Δημοτική Επιτροπή ή το Δημοτικό Συμβούλιο για την άσκηση εφέσεων κατά πρωτοβάθμιων αποφάσεων που δικαιώνουν συμβασιούχους. Η άσκηση ενδίκων μέσων καθίσταται πλέον υπηρεσιακή και υποχρεωτική διαδικασία, αφαιρώντας από τα αιρετά συλλογικά όργανα τη δυνατότητα να αποφασίζουν τη μη άσκηση ένδικου μέσου και την αποδοχή σχετικών δικαστικών κρίσεων.

Ειδικότερα, η προτεινόμενη ρύθμιση αναθέτει υποχρεωτικά στη Νομική Υπηρεσία των Δήμων την αρμοδιότητα χειρισμού των συγκεκριμένων υποθέσεων, επιβάλλοντας την άσκηση ενδίκων μέσων χωρίς προηγούμενη απόφαση των αρμόδιων συλλογικών οργάνων, ακόμη και κατά παράβαση ρητής αντίθετης βούλησής τους.

Η μεταβολή αυτή εγείρει σοβαρά θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα, καθώς επηρεάζει τον πυρήνα της έμμισθης δικηγορικής εντολής και την αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α. Ο ρόλος της Νομικής Υπηρεσίας μετατρέπεται από υποστηρικτικός και γνωμοδοτικός σε αποφασιστικός, με αποτέλεσμα την παράκαμψη του φυσικού εντολέα και τη διαστρέβλωση της εντολής που διέπει τη σχέση δικηγόρου και διοίκησης.

Η έμμισθη εντολή προϋποθέτει σχέση εμπιστοσύνης και δράση κατ’ εντολήν. Η υποχρέωση άσκησης δίκης χωρίς σχετική εντολή — ή ακόμη και αντίθετα προς ρητή απόφαση μη άσκησης ένδικου μέσου — αλλοιώνει τη φύση της δικηγορικής λειτουργίας, μετατρέποντας τον πληρεξούσιο σε υποκατάστατο του διοικούντος οργάνου και επιφορτίζοντάς τον με ευθύνη που υπερβαίνει τον ρόλο του. Παράλληλα, δημιουργούνται ενδεχόμενοι πειθαρχικοί και αστικοί κίνδυνοι.

Περαιτέρω, η υποκατάσταση των αιρετών οργάνων προσκρούει στην αρχή της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η μεταφορά της σχετικής αρμοδιότητας σε μη αιρετά πρόσωπα αποσυνδέει τη λήψη της απόφασης από τη δημοκρατική ευθύνη και λογοδοσία. Η ρύθμιση τίθεται σε ευθεία ένταση με το άρθρο 102 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την οργανωτική, διοικητική και λειτουργική αυτοτέλεια των Ο.Τ.Α., συμπεριλαμβανομένης της διακριτικής τους ευχέρειας ως προς την επιλογή προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Εν κατακλείδι, η επιχειρούμενη μετατροπή της Νομικής Υπηρεσίας των Ο.Τ.Α. σε αυτοτελές αποφασιστικό όργανο άσκησης ενδίκων μέσων συνιστά θεσμική απόκλιση, ασύμβατη με τη φύση της έμμισθης δικηγορικής εντολής και με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη διοικητική αυτοτέλεια των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Η διάταξη υπερβαίνει τον θεσμικό ρόλο του δικηγόρου, παρακάμπτει τα αιρετά όργανα και δημιουργεί ζητήματα χρηστής διοίκησης, γι’ αυτό και θα πρέπει να επανεξεταστεί.

Πηγή: dsa.gr