Παρατηρήσεις του ΣτΠ επί του νομοσχεδίου για την προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης.
Ο Συνήγορος του Πολίτη απέστειλε στον Πρόεδρο της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης τις παρατηρήσεις και τα σχόλιά του επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο «Προώθηση πολιτικών νόμιμης μετανάστευσης, ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1233 σχετικά με την ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας σε υπηκόους τρίτων χωρών, καθώς και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για εργαζόμενους από τρίτες χώρες που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος, τροποποιήσεις του Κώδικα Μετανάστευσης και λοιπές διατάξεις».
Λαμβάνοντας υπόψη τη μακρόχρονη εμπειρία του από τη διερεύνηση αναφορών που σχετίζονται με τη μετανάστευση, καθώς και τη σταθερή συνεργασία του με τις αρμόδιες υπηρεσίες αλλοδαπών και μετανάστευσης του Υπουργείου και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, ο Συνήγορος του Πολίτη εκφράζει την ικανοποίησή του για τη νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός πιο λειτουργικού και αποτελεσματικού πλαισίου νόμιμης μετανάστευσης. Το προτεινόμενο πλαίσιο επιδιώκει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, να βελτιώσει και να επιταχύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στη χώρα και να καλύψει υπαρκτά κενά μέσω της θεσμοθέτησης νέων τύπων αδειών διαμονής.
Με αφορμή, μάλιστα, την τροποποίηση των διατάξεων του Κώδικα Μετανάστευσης που αφορούν τους ορισμούς (άρθρο 9 του σχεδίου νόμου και άρθρο 4 του ν. 5038/2023), η Αρχή υπενθυμίζει τις προηγούμενες παρατηρήσεις της αναφορικά με τον ορισμό του ασυνόδευτου ανηλίκου.
Ο Συνήγορος του Πολίτη σημειώνει ότι οι ρυθμίσεις για τη νόμιμη μετανάστευση, οι οποίες στοχεύουν στη δημιουργία ενός συνεκτικού και αποδοτικού πλαισίου που ενισχύει την ασφάλεια δικαίου για τους νόμιμα διαμένοντες μετανάστες και στηρίζει τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, κινούνται προς θετική κατεύθυνση. Ωστόσο, για την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή τους, θεωρεί αναγκαία την άμεση έκδοση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων και ερμηνευτικών εγκυκλίων, καθώς και την οργάνωση εξειδικευμένων σεμιναρίων για το προσωπικό όλων των αρμόδιων υπηρεσιών μίας στάσης σε ολόκληρη τη χώρα.
Αντιθέτως, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν στην Αρχή οι προτεινόμενες ρυθμίσεις που αφορούν την παράτυπη μετανάστευση, καθώς εκτιμά ότι έρχονται σε σύγκρουση τόσο με το ενωσιακό δίκαιο όσο και με θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώνονται σοβαροί προβληματισμοί για συγκεκριμένες διατάξεις του νομοσχεδίου.
Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 15 του σχεδίου νόμου, που αφορά τις υποχρεώσεις ιδιωτών και υπαλλήλων και τις προβλεπόμενες κυρώσεις, ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι οι τροποποιήσεις στις παραγράφους 4 έως 9 του άρθρου 24 του Κώδικα Μετανάστευσης οδηγούν σε δυσανάλογη αυστηροποίηση των ποινών. Παράλληλα, εισάγονται διακεκριμένες επιβαρυντικές περιστάσεις για περιπτώσεις τέλεσης των αδικημάτων από μέλη Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, τα οποία εξομοιώνονται με πράξεις που τελούνται από κερδοσκοπία ή στο πλαίσιο οργανωμένης δράσης.
Αντίστοιχες επισημάνσεις διατυπώνονται και για το άρθρο 16 του νομοσχεδίου, που αφορά τις υποχρεώσεις και τις κυρώσεις σε βάρος μεταφορέων. Και στην περίπτωση αυτή προβλέπεται αύξηση των ποινών, καθώς και εισαγωγή επιβαρυντικής περίστασης όταν οι σχετικές πράξεις τελούνται από μέλη Μ.Κ.Ο. Επιπλέον, το άρθρο 25 του Κώδικα Μετανάστευσης εξακολουθεί να προβλέπει ευρεία ποινικοποίηση πράξεων όπως η μεταφορά στην ελληνική επικράτεια, η παραλαβή από σημεία εισόδου ή από εξωτερικά και εσωτερικά σύνορα με σκοπό την περαιτέρω προώθηση στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλο κράτος, καθώς και η διευκόλυνση μεταφοράς ή η παροχή καταλύματος για απόκρυψη, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της κερδοσκοπίας. Η τελευταία, άλλωστε, συνιστά στοιχείο του διακεκριμένου εγκλήματος που προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 της διάταξης.
Ιδιαίτερος προβληματισμός εκφράζεται και για την εξαίρεση που εισάγεται με την παράγραφο 6, η οποία είναι στενότερη από την αντίστοιχη πρόβλεψη του άρθρου 1 παρ. 2 της σχετικής Οδηγίας, καθώς αποκλείει μορφές ανθρωπιστικής βοήθειας προς πρόσφυγες στα σύνορα. Η Αρχή παραπέμπει, ενδεικτικά, στην πρόσφατη αθώωση των μελών της οργάνωσης ERCI και υπογραμμίζει ότι η εξαίρεση θα πρέπει να καλύπτει κάθε δράση που εντάσσεται στη διάσωση και την παροχή ανθρωπιστικής συνδρομής.
Τέλος, αναφορικά με το άρθρο 38 του νομοσχεδίου, ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση καταργείται σιωπηρά διάταξη που θεσπίστηκε μόλις το 2023 (άρθρο 161 παρ. 1 περ. γ΄ του ν. 5038/2023). Η διάταξη αυτή παρείχε τη δυνατότητα χορήγησης δεκαετούς άδειας διαμονής σε άτομα που είχαν εισέλθει στη χώρα ως ασυνόδευτοι ανήλικοι και είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τρεις τάξεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ελληνικό σχολείο, πριν από τη συμπλήρωση του 23ου έτους της ηλικίας τους. Η Αρχή υπενθυμίζει ότι είχε χαιρετίσει τη συγκεκριμένη ρύθμιση ως θετικό βήμα, δεδομένης της ανάγκης μακροπρόθεσμης ένταξης προσώπων που ανέπτυξαν ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα από ανήλικη ηλικία.
Τονίζεται, επίσης, ότι η αιφνίδια κατάργηση της εν λόγω δυνατότητας δεν συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση και δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά στην ανάλυση συνεπειών των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
Αναλυτικότερα: synigoros.gr.

