Μητρότητα και ανωτέρα βία: Μία άνιση εξίσωση

Η πρόσφατη υπ’ αριθμ. 132/2026 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά αναδεικνύει, με ιδιαίτερα έντονο τρόπο, τα όρια αλλά και τις στρεβλώσεις της έννοιας της «ανωτέρας βίας» στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης, ιδίως όταν αυτή καλείται να εφαρμοστεί σε πραγματικές συνθήκες ζωής και εργασίας των γυναικών δικηγόρων ειδικότερα αλλά και των δικηγόρων γενικότερα.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο κλήθηκε να αξιολογήσει ένα γεγονός που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως συνήθης διαταραχή της καθημερινότητας: πρόωρος τοκετός, νοσηλεία νεογνού σε ΜΕΝΝ και η επακόλουθη σωματική και ψυχολογική επιβάρυνση της μητέρας – δικηγόρου. Παρά ταύτα, κατά τρόπο σκληρό και άτεγκτο, έκρινε ότι δεν συντρέχει ανωτέρα βία, στηριζόμενο κυρίως στο επιχείρημα ότι δεν απεδείχθη πλήρης αδυναμία επικοινωνίας της μητέρας-δικηγόρου με τρίτο συνάδελφο προς αποφυγή της ερημοδικίας.

Η προσέγγιση αυτή, αν και νομικά συνεπής με μια αυστηρή βέβαια και αντικειμενικοποιημένη ερμηνεία του άρθρου 501 ΚΠολΔ, φαίνεται να παραγνωρίζει την πραγματικότητα όχι μόνο της λοχείας αλλά και της μητρότητας εν γένει. Η απαίτηση από μία γυναίκα που μόλις έχει υποστεί πρόωρο τοκετό και βιώνει την αγωνία για την υγεία του νεογνού της, να ενεργήσει με την «επιμέλεια του μέσου συνετού δικηγόρου», φανερώνει μία αντίληψη αποκομμένη πλήρως από τις πραγματικές βιολογικές, ψυχολογικές και εν γένει κοινωνικές συνθήκες.

Ιδίως προβληματική είναι η έμφαση που δίνεται στην υποχρέωση προληπτικής οργάνωσης λόγω της εγκυμοσύνης. Μια τέτοια συλλογιστική προσεγγίζει επικίνδυνα την ιδέα ότι η κύηση-επακόλουθα και η μητρότητα- συνιστά εκ των προτέρων «ρίσκο» που οφείλει η γυναίκα δικηγόρος να διαχειρίζεται επαγγελματικά, υποβαθμίζοντας παράλληλα και την απρόβλεπτη φύση ενός πρόωρου τοκετού. 

Με τον τρόπο αυτό, η μητρότητα μετατρέπεται εμμέσως όχι μόνο σε επιβαρυντικό παράγοντα επαγγελματικής ευθύνης αλλά και σε τροχοπέδη στην επαγγελματική ανέλιξη της γυναίκας.

Το αποτέλεσμα είναι μια νομολογιακή στάση που, χωρίς να το δηλώνει ρητά, θέτει υψηλότερο πρακτικό βάρος στις γυναίκες δικηγόρους, οι οποίες καλούνται να αποδείξουν σχεδόν απόλυτη αδυναμία, ακόμη και σε καταστάσεις οριακές για εκείνες. Η έννοια της ανωτέρας βίας, αντί να λειτουργεί ως δικλείδα προστασίας, περιορίζεται σε ένα υπέρμετρα στενό πλαίσιο, που δεν αφήνει χώρο για την ανθρώπινη διάσταση.

Είναι προφανές ότι η απονομή της δικαιοσύνης απαιτεί συνέπεια στην εφαρμογή των νόμων, προσδίδοντας έτσι ασφάλεια δικαίου. Ωστόσο, εξίσου αναγκαία είναι και μια ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων που να λαμβάνει υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες της ζωής των συλλειτουργών της. Διαφορετικά, ελλοχεύει ο κίνδυνος η τυπική ισότητα να οδηγεί σε ουσιαστική ανισότητα.

Η συγκεκριμένη απόφαση, επομένως, δεν είναι απλώς μία αυστηρή εφαρμογή του νόμου. Είναι και μια αφορμή για προβληματισμό ως προς το κατά πόσο το δικονομικό μας σύστημα είναι πράγματι προσαρμοσμένο στις ανάγκες και την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι γυναίκες-δικηγόροι αλλά και όλοι οι δικηγόροι εν γένει.  

Ασημίνα-Αρσενία Ραβάνη 
Δικηγόρος Αθηνών, Ιδρυτικό Μέλος του JuristLink.