Η «Κόκκινη Κάρτα» της Αυστριακής Αρχής Προστασίας Δεδομένων στο Ανεπιθύμητο Real Estate Marketing.
Μια σημαντική απόφαση εξέδωσε πρόσφατα η Αυστριακή Αρχή Προστασίας Δεδομένων (DSB), δικαιώνοντας πολίτη που δέχθηκε ενοχλητική κλήση από μεσιτικό γραφείο παρά τη ρητή του άρνηση. Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ο καταγγέλλων δημοσίευσε αγγελία για την πώληση οικοπέδου, παραθέτοντας το όνομα και το τηλέφωνό του, αλλά αναγράφοντας με κεφαλαία γράμματα την ένδειξη: «Οι μεσίτες δεν είναι επιθυμητοί!». Παρά την ξεκάθαρη αυτή προειδοποίηση, εργαζόμενοι μεσιτικής εταιρείας χρησιμοποίησαν τα στοιχεία του και επικοινώνησαν μαζί του, ισχυριζόμενοι μάλιστα εκ των υστέρων —ψευδώς, όπως αποδείχθηκε από φωτογραφία της αγγελίας— ότι η συγκεκριμένη επισήμανση δεν υπήρχε.
Η DSB, εξετάζοντας την καταγγελία, υπενθύμισε αρχικά ότι το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός τηλεφώνου αποτελούν προσωπικά δεδομένα, ακόμη και αν είναι δημόσια αναρτημένα, και η χρήση τους από μια επιχείρηση συνιστά πράξη επεξεργασίας. Στο επίκεντρο της νομικής κρίσης βρέθηκε το δικαίωμα της εμπιστευτικότητας των δεδομένων, το οποίο προστατεύεται από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR). Δεδομένου ότι δεν υπήρχε συγκατάθεση του πολίτη, η μόνη πιθανή νομική βάση για την εταιρεία ήταν το «έννομο συμφέρον» της να ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα.
Ωστόσο, η Αρχή εφάρμοσε το αυστηρό «τεστ των τριών σταδίων» για να κρίνει τη νομιμότητα της ενέργειας. Ενώ αναγνώρισε ότι η εταιρεία είχε πράγματι οικονομικό συμφέρον να προσεγγίσει τον πωλητή, η πλάστιγγα έγειρε οριστικά υπέρ του πολίτη στο στάδιο της στάθμισης. Η DSB έκρινε ότι η σαφής δήλωση «όχι μεσίτες» δημιουργούσε στον ιδιώτη μια εύλογη προσδοκία ότι η ιδιωτικότητά του θα γινόταν σεβαστή. Η παραβίαση αυτής της ρητής επιθυμίας κατέστησε την επικοινωνία παράνομη, καθώς τα δικαιώματα του υποκειμένου υπερέχουν των οικονομικών επιδιώξεων της επιχείρησης.
Η απόφαση αυτή αποτελεί ηχηρό μήνυμα προς την αγορά, ξεκαθαρίζοντας ότι η δημόσια έκθεση στοιχείων επικοινωνίας για έναν συγκεκριμένο σκοπό (π.χ. ιδιωτική πώληση) δεν παρέχει το δικαίωμα σε τρίτους να τα χρησιμοποιούν καταχρηστικά, αγνοώντας τις επιθυμίες του κατόχου τους.

