ΔΕΕ: Το δίκαιο της ΕΕ δεν επιβάλλει στις τράπεζες την υποχρέωση γνωστοποίησης στον καταναλωτή λεπτομερών στοιχείων για τον τρόπο καθορισμού του ρυθμιζόμενου δείκτη αναφοράς σε κυμαινόμενα επιτόκια.

Με απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2026, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι οι τράπεζες δεν έχουν υποχρέωση να παρέχουν στους καταναλωτές λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο υπολογισμού του ρυθμιζόμενου δείκτη αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κυμαινόμενου επιτοκίου σε στεγαστικά δάνεια.

Σύμφωνα με το ΔΕΕ, η ρήτρα σύμβασης που παραπέμπει σε δείκτη αναφοράς όπως ο WIBOR δεν δημιουργεί, από μόνη της, σημαντική ανισορροπία μεταξύ των μερών εις βάρος του καταναλωτή.

Σύντομο ιστορικό της υπόθεσης

Το 2019, Πολωνός καταναλωτής υπέγραψε σύμβαση στεγαστικού δανείου 20 ετών για περίπου 100.000 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο υπολογιζόταν βάσει του δείκτη WIBOR 6M συν ένα σταθερό περιθώριο της τράπεζας. Την εποχή εκείνη, σχεδόν όλα τα ενυπόθηκα δάνεια στην Πολωνία καθορίζονταν με βάση τον δείκτη WIBOR.

Ο δείκτης WIBOR εμπίπτει στο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο, με στόχο την αξιοπιστία και ακρίβεια των δεικτών αναφοράς, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα υψηλό επίπεδο προστασίας για καταναλωτές και επενδυτές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον έχει κατατάξει στους κρίσιμους δείκτες αναφοράς στις χρηματοπιστωτικές αγορές, υπό αυστηρές απαιτήσεις για τη διαφάνεια και την ακεραιότητά του.

Ο δανειολήπτης υποστήριξε ενώπιον πολωνικού δικαστηρίου ότι η ρήτρα για τον υπολογισμό του επιτοκίου είναι καταχρηστική, καθώς η τράπεζα δεν του παρείχε επαρκείς πληροφορίες για τη μέθοδο καθορισμού του WIBOR, τους παράγοντες που τον επηρεάζουν και τον ρόλο των τραπεζών στον υπολογισμό του. Υποστήριξε ότι, χωρίς αυτές τις πληροφορίες, δεν μπορούσε να αξιολογήσει τον οικονομικό κίνδυνο της σύμβασης.

Το πολωνικό δικαστήριο ζήτησε από το ΔΕΕ να διευκρινίσει εάν η οδηγία για τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις με καταναλωτές ισχύει στην υπόθεση αυτή και, αν ναι, αν η επίμαχη ρήτρα πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας.

Απόφαση του ΔΕΕ

Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η οδηγία εφαρμόζεται, ακόμη και όταν ο υπολογισμός του κυμαινόμενου επιτοκίου βασίζεται σε δείκτη αναφοράς καθοριζόμενο εν μέρει από εθνική νομοθεσία. Ο προσδιορισμός του επιτοκίου αφήνει στον επαγγελματία την ευχέρεια να καθορίσει τον συμβατικό δείκτη ή το περιθώριο που προστίθεται σε αυτόν, και επομένως η ρήτρα μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα της οδηγίας.

Ωστόσο, η υποχρέωση διαφάνειας δεν απαιτεί από την τράπεζα να αποκαλύπτει στον καταναλωτή όλα τα τεχνικά στοιχεία του δείκτη WIBOR. Το δίκαιο της ΕΕ ορίζει σαφώς τα όρια της ενημέρωσης που πρέπει να παρέχει η τράπεζα, τα οποία διαφέρουν από τις υποχρεώσεις του διαχειριστή του δείκτη, ο οποίος πρέπει να δημοσιεύει τις βασικές παραμέτρους του. Συμπληρωματικές πληροφορίες από την τράπεζα δεν πρέπει να δημιουργούν παραπλανητική εντύπωση.

Το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι ο WIBOR ρυθμίζεται σε ενωσιακό επίπεδο και η συμμόρφωση ελέγχεται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Συνεπώς, ρήτρα που παραπέμπει στον δείκτη αυτό δεν δημιουργεί αυτομάτως ανισορροπία εις βάρος του καταναλωτή, ακόμη και αν ορισμένα στοιχεία για τον υπολογισμό του προέρχονται από την τράπεζα ή δεν αντιστοιχούν πάντα σε πραγματικές συναλλαγές.

Τέλος, το Δικαστήριο τόνισε ότι η απόφασή του δε λύνει την εκκρεμούσα διαφορά, αλλά καθοδηγεί τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία οφείλουν να επιλύσουν την υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Η απόφαση δεσμεύει και άλλα εθνικά δικαστήρια σε παρόμοια ζητήματα.

Αναλυτικότερα η απόφαση: https://shorturl.at/XR9cA