ΜονΕφΠειρ 349/2025: Δεν χωρεί επαναφορά πραγμάτων όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής

Το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, με την υπ’ αριθ. 349/2025 απόφασή του, έκρινε ότι δεν μπορεί να ζητηθεί επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατ’ άρθρο 914 ΚΠολΔ, όταν η καταβολή έχει πραγματοποιηθεί βάσει διαταγής πληρωμής, η οποία δεν έχει ακυρωθεί με ανακοπή. Το ίδιο ισχύει ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η δικαστική απόφαση που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής μεταγενέστερα αναιρέθηκε.

Το σκεπτικό του Εφετείου

Κατά το δικαστήριο, το άρθρο 914 ΚΠολΔ αφορά αποκλειστικά δικαστικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστές. Δεν επεκτείνεται στους λοιπούς εκτελεστούς τίτλους του άρθρου 904 ΚΠολΔ, ακόμη και όταν αυτοί εξομοιώνονται λειτουργικά με τις δικαστικές αποφάσεις.

Ειδικότερα, η διαταγή πληρωμής αποτελεί μεν δικαστική επιταγή, δεν εκδίδεται όμως κατόπιν διαγνωστικής δίκης, ώστε η τυχόν εσφαλμένη κρίση της να διορθωθεί από άλλο δικαστήριο μέσω της διαδικασίας του άρθρου 914 ΚΠολΔ. Επομένως, όταν η διαταγή πληρωμής έχει εκτελεστεί και δεν έχει προηγουμένως ακυρωθεί με ανακοπή, δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων.

Η υπόθεση αφορούσε χρηματικά ποσά που είχε καταβάλει εταιρεία σε πρώην εργαζόμενό της. Οι καταβολές πραγματοποιήθηκαν τόσο στο πλαίσιο εκούσιας συμμόρφωσης προς τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί εργατικής διαφοράς όσο και βάσει μεταγενέστερης διαταγής πληρωμής, η οποία είχε εκδοθεί στηριζόμενη στην αναγνωριστική διάταξη της συγκεκριμένης απόφασης.

Στη συνέχεια, η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο. Μετά την παραπομπή της υπόθεσης, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εταιρείας και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή που είχε ασκήσει ο πρώην εργαζόμενος.

Μετά την εξέλιξη αυτή, η εταιρεία ζήτησε την επιστροφή, με τόκο, των χρημάτων που είχε καταβάλει. Ως κύρια νομική βάση επικαλέστηκε το άρθρο 914 ΚΠολΔ και, επικουρικά, τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δίκασε ερήμην του εναγομένου, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της. Η ενάγουσα προσέφυγε στο Εφετείο υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο είχε εφαρμόσει εσφαλμένα τον νόμο.

Το Μονομελές Εφετείο Πειραιά επισήμανε, ωστόσο, ότι ο τίτλος βάσει του οποίου έγινε η επίδικη καταβολή ήταν η διαταγή πληρωμής και όχι η δικαστική απόφαση που αργότερα αναιρέθηκε. Η συγκεκριμένη διαταγή πληρωμής δεν είχε ακυρωθεί με ανακοπή.

Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 914 ΚΠολΔ, αφού αυτό αφορά μόνο προσωρινώς εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις και όχι τη διαταγή πληρωμής ως αυτοτελή εκτελεστό τίτλο. Η κύρια βάση της αγωγής απορρίφθηκε, επομένως, ως μη νόμιμη.

Το ίδιο αποτέλεσμα επήλθε και ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Εφόσον η διαταγή πληρωμής παρέμενε σε ισχύ και δεν είχε ακυρωθεί κατόπιν ανακοπής, η καταβολή που πραγματοποιήθηκε βάσει αυτής δεν μπορούσε να θεωρηθεί παροχή που έγινε για αιτία η οποία μεταγενέστερα έληξε.

Απόσπασμα απόφασης

Από τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι ο εκτελεστός τίτλος δυνάμει του οποίου η εκκαλούσα κατέβαλε στον εφεσίβλητο το αιτούμενο με την αγωγή ποσό είναι η με αριθμό 11340/2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία στη συνέχεια δεν ακυρώθηκε. Συνεπώς, από τους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 904 του Κ.Πολ.Δ. εκτελεστούς τίτλους, σε συνδυασμό με το άρθρο 914 του ίδιου Κώδικα όπου αναφέρεται μόνο στη δικαστική απόφαση, που έχει κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, όχι δε και στους με τις δικαστικές αποφάσεις λειτουργικά εξομοιούμενους εκτελεστούς τίτλους, προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής δεν είναι δυνατή η επαναφορά βάσει του άρθρου 914 Κ.Πολ.Δ., γιατί ναι μεν αυτή αποτελεί δικαστική επιταγή , πλην όμως δεν εκδίδεται μετά από διαγνωστική δίκη, της οποίας το σφάλμα διορθώνει άλλο δικαστήριο. Έτσι στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αγωγή κατά την κύρια βάση της, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη , αφού ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής. Επίσης, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής ώστε να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο επικαλούμενος εκτελεστός τίτλος (διαταγή πληρωμής) δεν έχει ακυρωθεί με την άσκηση ανακοπής και συνεπώς το αιτούμενο ποσό δεν συνιστά παροχή για αιτία που έληξε. Έτσι η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ ́ουσιαν αβάσιμη και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό .

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο efeteio-peir.gr.