Απόλυση του DPO χωρίς σπουδαίο λόγο (Δικαστήριο της ΕΖΕΣ, E-5/25).

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) κλήθηκε να ερμηνεύσει κρίσιμες πτυχές του άρθρου 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ, που αφορούν την προστασία των Υπευθύνων Προστασίας Δεδομένων (ΥΠΔ) από την απόλυση, στο πλαίσιο της υπόθεσης Ε-5/25 (Rainer Silbernagl κατά Πανεπιστημίου του Λιχτενστάιν).

Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν αιτήματος του Πριγκιπικού Ανωτάτου Δικαστηρίου του Λιχτενστάιν για την έκδοση γνωμοδοτικής απόφασης.

Πραγματικά περιστατικά και εθνική διαδικασία

Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2019 από το Πανεπιστήμιο του Λιχτενστάιν ως Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων, με σύμβαση αορίστου χρόνου και μερική απασχόληση (50%). Την επόμενη ημέρα συνήψε επιπλέον σύμβαση ορισμένου χρόνου, επίσης μερικής απασχόλησης, ως μεταδιδακτορικός ερευνητής, με διάρκεια έως τις 30 Ιουνίου 2021. Και οι δύο συμβάσεις παρέπεμπαν στους εσωτερικούς κανονισμούς υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασης του Πανεπιστημίου.

Τον Δεκέμβριο του 2020, οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν, εισάγοντας ασυμβίβαστο μεταξύ της απασχόλησης ως μεταδιδακτορικού ερευνητή και κάθε άλλης πανεπιστημιακής θέσης. Βάσει της τροποποίησης αυτής, το Πανεπιστήμιο κατήγγειλε στις 27 Ιανουαρίου 2021 τη σύμβαση του ενάγοντος, με ισχύ από 31 Μαΐου 2021, επικαλούμενο αποκλειστικά το ασυμβίβαστο μεταξύ των δύο θέσεων και διευκρινίζοντας ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε άλλος λόγος λύσης της σύμβασης.

Ο ενάγων άσκησε ένδικα μέσα ενώπιον των δικαστηρίων του Λιχτενστάιν, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η σύμβασή του ως ΥΠΔ εξακολουθεί να ισχύει ή, επικουρικά, να του επιδικαστεί αποζημίωση. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ και την εθνική νομοθεσία εφαρμογής του, ΥΠΔ που απασχολείται από δημόσιο φορέα μπορεί να απολυθεί μόνο για σπουδαίο λόγο.

Σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, τα δικαστήρια απέρριψαν την αγωγή. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε τις αποφάσεις αυτές, κρίνοντας ότι η καταγγελία της σύμβασης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις απόλυσης για σπουδαίο λόγο που προβλέπει το εθνικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, δεν επέφερε λύση της εργασιακής σχέσης. Το δικαστήριο τόνισε ότι η ειδική προστασία της ανεξαρτησίας του ΥΠΔ θα καθίστατο άνευ αντικειμένου, εάν ο εργοδότης μπορούσε να την παρακάμψει απλώς με την καταβολή αποζημίωσης.

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε στη συνέχεια από το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η αυξημένη προστασία έναντι της απόλυσης καλύπτει μόνο περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων του ΥΠΔ.

Συγκεκριμένα, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική εθνική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η προστασία ισχύει μόνο όταν η απόλυση βασίζεται αποκλειστικά στην ορθή άσκηση της λειτουργίας προστασίας δεδομένων. Κατά συνέπεια, καταγγελία της σύμβασης εργασίας για λόγους άσχετους με τα καθήκοντα του ΥΠΔ είναι δυνατή χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με το γενικό εργατικό δίκαιο.

Μετά την εξέλιξη αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο της ΕΖΕΣ τρία προδικαστικά ερωτήματα.

Τα προδικαστικά ερωτήματα

Τα ερωτήματα αφορούσαν:
α) εάν το άρθρο 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ επιτρέπει εθνική ρύθμιση που απαιτεί σπουδαίο λόγο για κάθε απόλυση ΥΠΔ, ακόμη και όταν αυτή δεν σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του,
β) εάν ο όρος «απόλυση» καλύπτει και την τακτική καταγγελία σύμβασης εργασίας, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την παύση άσκησης της λειτουργίας του ΥΠΔ, και
γ) εάν κάθε απόλυση κατά παράβαση της διάταξης αυτής πρέπει να θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη.

Η ερμηνεία του άρθρου 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση απόλυσης του ΥΠΔ αφορά καταρχήν απολύσεις που συνδέονται με την άσκηση των καθηκόντων του, ιδίως με την εφαρμογή και συμμόρφωση προς το δίκαιο προστασίας δεδομένων. Παράλληλα, ο όρος «απόλυση» ερμηνεύθηκε με ευρύ τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει κάθε μέτρο που οδηγεί στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης και έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της άσκησης των καθηκόντων του ΥΠΔ, συμπεριλαμβανομένης και της τακτικής καταγγελίας σύμβασης εργασίας.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ότι τα κράτη του ΕΟΧ έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν αυξημένο επίπεδο προστασίας, προβλέποντας, για παράδειγμα, ότι κάθε απόλυση ΥΠΔ απαιτεί σπουδαίο λόγο. Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν πρέπει να ματαιώνει τους σκοπούς του ΓΚΠΔ. Τέτοια ματαίωση θα υπήρχε, εάν η εθνική ρύθμιση καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την απομάκρυνση ΥΠΔ που δεν διαθέτει πλέον τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή δεν ασκεί ορθά τα καθήκοντά του.

Οι έννομες συνέπειες της παράνομης απόλυσης

Σε σχέση με τις συνέπειες παραβίασης του άρθρου 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο Κανονισμός δεν προβλέπει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Υπενθύμισε, ωστόσο, την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εξαλείφουν τις συνέπειες παραβίασης του δικαίου του ΕΟΧ, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Η ακύρωση της απόλυσης αναγνωρίστηκε ως ένα αποτελεσματικό μέσο αποκατάστασης, χωρίς όμως να αποκλείεται και η αποζημίωση, εφόσον αυτή εξασφαλίζει πλήρη και ουσιαστική επανόρθωση της ζημίας που υπέστη ο ΥΠΔ. Η επιλογή του κατάλληλου ένδικου βοηθήματος εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους του ΕΟΧ, υπό την προϋπόθεση τήρησης των ανωτέρω αρχών.

Οι απαντήσεις του Δικαστηρίου

  1. Το άρθρο 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ δεν αποκλείει εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ΥΠΔ χωρίς σπουδαίο λόγο, εφόσον η απόλυση δεν συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε αποκλείει ρύθμιση που απαιτεί σπουδαίο λόγο για κάθε απόλυση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπονομεύονται οι σκοποί του ΓΚΠΔ.
  2. Ο όρος «απολύεται» καλύπτει κάθε μορφή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη που οδηγεί σε παύση της άσκησης των καθηκόντων του ΥΠΔ.
  3. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο που να αίρει τις παράνομες συνέπειες παραβίασης του άρθρου 38 παρ. 3 ΓΚΠΔ, με την επιλογή των κατάλληλων έννομων συνεπειών να ανήκει στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους του ΕΟΧ, υπό την προϋπόθεση τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στα αγγλικά εδώ.

Πηγή:EFTA Court