ΑΠ 132/2025: Εξαναγκασμός σε βιασμό – Δεν απαιτείται το θύμα να αντιστέκεται ενεργά.

Ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση 132/2025, έκρινε ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού μέσω εξαναγκασμού δεν απαιτείται το θύμα να προβάλλει ενεργή ή σωματική αντίσταση.

Το δικαστήριο επισήμανε ότι η έλλειψη συναίνεσης μπορεί να προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων και δεν προϋποθέτει υποχρεωτικά αντίσταση εκ μέρους του θύματος. Αρκεί η άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας, καθώς και η δημιουργία κατάστασης φόβου ή εξαναγκασμού, που καθιστά αδύνατη ή επικίνδυνη οποιαδήποτε αντίδραση.

Σύμφωνα με την απόφαση, η παθητική στάση του θύματος δεν αναιρεί τον εξαναγκασμό, όταν αυτή οφείλεται σε φόβο, αιφνιδιασμό ή αδυναμία αντίδρασης. Η απαίτηση ενεργής αντίστασης θα οδηγούσε σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και σε ανεπίτρεπτη μετακύλιση της ευθύνης στο θύμα.

Με τη νομολογία αυτή, ο Άρειος Πάγος ευθυγραμμίζεται με τη σύγχρονη αντίληψη περί προστασίας της γενετήσιας ελευθερίας, δίνοντας έμφαση στην απουσία συναίνεσης και όχι στη συμπεριφορά του θύματος κατά τη διάρκεια της πράξης.

Απόσπασμα απόφασης

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της απόπειρας βιασμού [που ενδιαφέρει εν προκειμένω], για την οποία κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν διέλαβε στην ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, καθώς και οι συλλογισμοί για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ενώ, παράλληλα, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, περιέχονται προδήλως αντιφατικές παραδοχές, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 336 παρ. 1 του νέου ΠΚ (όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με άρθ. 12 παρ. 2 ν. 4637/2019) σε συνδυασμό με την, επίσης, ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 42 ν.ΠΚ και ειδικότερα: Σύμφωνα με τις διαλαμβανόμενες, κατά πιστή μεταφορά, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης [βλ. τέλος σελ. 63ης έως την αρχή της 64ης], παραδοχές: “Η μηνύτρια παρέδωσε στην αστυνομία μία μπλούζα πιτζάμας, χρώματος φούξια και ένα παντελόνι πιτζάμας, χρώματος γκρι, η μπλούζα έφερε σχίσιμο και το παντελόνι έφερε στρογγυλή οπή. Η στρογγυλή οπή δεν μπορεί να έγινε με σουγιά όπως καταθέτει η μηνύτρια. Αυτή μοιάζει περισσότερο από οπή που έγινε από τσιγάρο. Το σκίσιμο στη μπλούζα της πιτζάμας μπορεί να έγινε με σουγιά. ‘Ομως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει δεκτό διότι δεν αποκλείεται να προϋπήρχε ή να έγινε με τα χέρια και σε κάθε περίπτωση δεν είναι νοητό ο κατηγορούμενος να έχει σουγιά στο στόμα, με το ένα χέρι να της κρατάει το στόμα κλειστό και με το άλλο να της σχίζει την μπλούζα πιτζάμας. Εξ άλλου σουγιάς δεν ανευρέθη και η κατάθεση της μηνύτριας ότι, μετά τα περιστατικά, όπως καταγράφονται πιο κάτω, επέστρεψε για να πάρει το σουγιά με την πρόφαση ότι επέστρεψε να πάρει το κινητό δεν κρίνεται πειστικός. Η 13χρονη κόρη της Σ. καταθέτει χωρίς όρκο στην προανάκριση ότι επέστρεψε για να πάρει το κινητό του. Η ίδια δε η μηνύτρια καταθέτει ότι ενώ ήταν ζαλισμένη από την προηγηθείσα κλινοπάλη είδε τον κατηγορούμενο, εξερχόμενο για δεύτερη φορά από την οικία της, να κρατά στο χέρι του το κινητό του ενώ λέγοντας αυτό ήταν πρόφαση και προφανώς επέστρεψε για να πάρει το σουγιά”. Το παραπάνω απόσπασμα του σκεπτικού της απόφασης περιέχει ενδοιαστικές παραδοχές σχετικά με την τέλεση ή μη της απόπειρας βιασμού οι οποίες νοηματικά δεν οδηγούν σε κατάφαση της ενοχής για το συγκεκριμένο έγκλημα, αλλά ούτε προσιδιάζουν σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Αντιθέτως, οι ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου επιφέρουν σύγχυση σχετικά με τα περιστατικά που στην ένδικη περίπτωση συνέτρεξαν για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της ως άνω εγκληματικής πράξης, ενώ η αναλυτική για την ενοχή του δράστη επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου είναι υποθετική, αποσυνδεδεμένη από το δόλο που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης. Εξάλλου, στο σκεπτικό της απόφασής του ουδόλως επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του σουγιά και, σε κάθε περίπτωση, δεν κρίνεται πειστικός ο σχετικός ισχυρισμός της μηνύτριας, ήδη υποστηρίζουσας την κατηγορία, για την ύπαρξη αυτού, ενώ στο διατακτικό της προσβαλλομένης, προκειμένου το Δικαστήριο να στοιχειοθετήσει τη βίαιη και απειλητική σε βάρος της ζωής του θύματος συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, συνεπεία της οποίας, αιτιωδώς, κάμφθηκε η βούληση του φερόμενου θύματος στη θέαση του σουγιά, γίνεται δεκτό ότι υπήρχε σουγιάς κατά τον τρόπο που το καταγγέλλει η μηνύτρια. Συγκεκριμένα, διατυπώνεται αυτολεξεί στο διατακτικό ότι “…έφραξε το στόμα της με το χέρι του και με σουγιά που έφερε έσκισε το κάτω μέρος της πιτζάμας της, ενώ την έπιανε βίαια σε διάφορα μέρη του σώματός της…”. Από την παραδεκτή συγκριτική επισκόπηση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, υφίσταται πρόδηλη αντίφαση σχετικά με την ύπαρξη ή μη του σουγιά και κατ’ επέκταση αν υπήρξε απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής με σκοπό τον εξαναγκασμό της παθούσας σε συνεύρεση. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 1 και 42 του νέου ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν εν προκειμένω.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.