Νομική ΑΠΘ: Νέο αγγλόφωνο LL.B. με δίδακτρα 7.000 ευρώ ετησίως – Η διεθνοποίηση των νομικών σπουδών
Τετραετές πρόγραμμα 240 ECTS, με διδασκαλία αποκλειστικά στα αγγλικά – Οι προϋποθέσεις εισαγωγής, η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και η νέα θέση της Ελλάδας στον διεθνή χάρτη της νομικής εκπαίδευσης
Μία νέα διάσταση αποκτά η πανεπιστημιακή νομική εκπαίδευση στην Ελλάδα με τη λειτουργία του αγγλόφωνου προπτυχιακού προγράμματος Bachelor of Laws (LL.B.) της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Πρόκειται για ένα τετραετές πρόγραμμα σπουδών, συνολικού φόρτου 240 ECTS, το οποίο πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου στην αγγλική γλώσσα και απευθύνεται σε ένα διεθνές φοιτητικό κοινό. Τα δίδακτρα ανέρχονται σε 7.000 ευρώ ανά ακαδημαϊκό έτος, ενώ για το ακαδημαϊκό έτος 2026–2027 η διαδικασία υποβολής αιτήσεων βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με την προθεσμία να λήγει στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της επίσημης πλατφόρμας Study in Greece.
Η δημιουργία του προγράμματος δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εκπαιδευτική επιλογή στο ελληνικό πανεπιστημιακό τοπίο. Αντιθέτως, σηματοδοτεί την προσπάθεια ενός δημόσιου ελληνικού Πανεπιστημίου να αποκτήσει πιο ενεργό παρουσία στη διεθνή αγορά της προπτυχιακής νομικής εκπαίδευσης, σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης εξελίσσεται σε βασικό πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.
Ένα LL.B. με ευρωπαϊκό και συγκριτικό προσανατολισμό
Το αγγλόφωνο LL.B. της Νομικής ΑΠΘ δεν αποτελεί απλώς μία αγγλική εκδοχή του υφιστάμενου ελληνόγλωσσου προγράμματος σπουδών. Η φιλοσοφία του είναι διαφορετική και σχεδιασμένη εξαρχής με διεθνή προσανατολισμό.
Ο ακαδημαϊκός του πυρήνας στηρίζεται στην παράδοση του ηπειρωτικού δικαίου (Civil Law), ενώ παράλληλα επιδιώκεται η εξοικείωση των φοιτητών με το Common Law, το ευρωπαϊκό, το διεθνές και το συγκριτικό δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό, το πρόγραμμα επιχειρεί να προσφέρει μία ευρύτερη εικόνα της λειτουργίας των σύγχρονων νομικών συστημάτων, πέρα από τα στενά όρια μίας εθνικής έννομης τάξης.
Συνολικά περιλαμβάνονται 41 μαθήματα, εκ των οποίων τα 37 είναι υποχρεωτικά, ενώ οι φοιτητές μπορούν να επιλέξουν μαθήματα από διαφορετικές θεματικές περιοχές, όπως το ελληνικό δίκαιο, το Common Law και το ναυτικό δίκαιο.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς η ύλη δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς κλάδους της νομικής επιστήμης. Το πρόγραμμα ενσωματώνει αντικείμενα και εκπαιδευτικές δραστηριότητες που συνδέουν το δίκαιο με την τεχνολογία, την καινοτομία και τον ενεργειακό τομέα, αντανακλώντας τις νέες απαιτήσεις που διαμορφώνονται για τον σύγχρονο νομικό επαγγελματία.
Από τη θεωρία στην πράξη — και από την πράξη στην τεχνολογία
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαιδευτική διαδικασία, ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν το νέο πρόγραμμα.
Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίασή του, προβλέπεται η χρήση AI-supported teaching assistant, μέσω του οποίου οι φοιτητές θα μπορούν να εξετάζουν νομικές συγκρίσεις και να αλληλεπιδρούν με το εκπαιδευτικό περιεχόμενο στο πλαίσιο της διδασκαλίας.
Η τεχνολογία, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο της παραδοσιακής νομικής εκπαίδευσης, αλλά ως εργαλείο που έρχεται να τη συμπληρώσει. Η διδασκαλία συνδυάζεται με case-based learning, συμμετοχή σε moot courts, καθώς και προσομοιώσεις δικαστικών διαδικασιών και διαδικασιών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών.
Έτσι, το πρόγραμμα επιχειρεί να μεταφέρει τον φοιτητή από την απλή απομνημόνευση κανόνων δικαίου στην εφαρμογή τους σε πραγματικά ή προσομοιωμένα νομικά προβλήματα, καλλιεργώντας παράλληλα δεξιότητες που συνδέονται με την επιχειρηματολογία, την έρευνα, τη διαπραγμάτευση και τη χρήση νέων τεχνολογιών.
Πρόκειται για μία προσέγγιση που αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, τις αλλαγές που συντελούνται διεθνώς στο νομικό επάγγελμα, όπου η γνώση του δικαίου συνυπάρχει πλέον με την ανάγκη κατανόησης της τεχνολογίας και των νέων εργαλείων νομικής έρευνας και ανάλυσης.
Ποιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση
Η διεθνής φυσιογνωμία του προγράμματος αποτυπώνεται και στον τρόπο εισαγωγής των φοιτητών. Σε αντίθεση με το ελληνόγλωσσο προπτυχιακό πρόγραμμα της Νομικής, η πρόσβαση στο αγγλόφωνο LL.B. δεν συνδέεται με το σύστημα εισαγωγής μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων.
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε υποψηφίους με διεθνές εκπαιδευτικό υπόβαθρο. Βασική προϋπόθεση αποτελεί η κατοχή τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχει αποκτηθεί στο εξωτερικό και παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Απαραίτητη είναι επίσης η γνώση της αγγλικής γλώσσας τουλάχιστον σε επίπεδο Β2, ενώ οι υποψήφιοι καλούνται να καταθέσουν πλήρη φάκελο υποψηφιότητας.
Στα απαιτούμενα δικαιολογητικά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το απολυτήριο και η σχετική βαθμολογία, πιστοποιητικό γνώσης της αγγλικής γλώσσας, βιογραφικό σημείωμα και motivation letter. Η διαδικασία επιλογής ολοκληρώνεται με διαδικτυακή συνέντευξη.
Η συγκεκριμένη διαδικασία αντανακλά και τον βασικό στόχο του προγράμματος: τη δημιουργία ενός φοιτητικού πληθυσμού με έντονα διεθνή χαρακτηριστικά και την προσέλκυση νέων από διαφορετικά εκπαιδευτικά και γεωγραφικά περιβάλλοντα.
Η Θεσσαλονίκη, με αυτόν τον τρόπο, επιχειρεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως πανεπιστημιακή πόλη για Έλληνες φοιτητές, αλλά και ως προορισμός για όσους αναζητούν αγγλόφωνες νομικές σπουδές εντός του ευρωπαϊκού ακαδημαϊκού πλαισίου.
Τα δίδακτρα και η ιδιαίτερη θέση ενός δημόσιου Πανεπιστημίου
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί αναπόφευκτα και το κόστος φοίτησης. Τα δίδακτρα του προγράμματος ανέρχονται σε 7.000 ευρώ ετησίως, ένα ποσό που αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πρόκειται για πρόγραμμα δημόσιου Πανεπιστημίου.
Η συγκεκριμένη διάσταση χρειάζεται, ωστόσο, να εξετάζεται σε συνδυασμό με το διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο του αγγλόφωνου προγράμματος.
Το LL.B. αποτελεί ξενόγλωσσο προπτυχιακό πρόγραμμα με ειδικό προσανατολισμό και δεν ταυτίζεται με το υφιστάμενο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα της Νομικής Σχολής. Κατά συνέπεια, η επιβολή διδάκτρων στο συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν σημαίνει ότι εισάγονται δίδακτρα στο ελληνόγλωσσο προπτυχιακό πρόγραμμα Νομικής, στο οποίο η εισαγωγή πραγματοποιείται μέσω του εθνικού συστήματος πρόσβασης.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς το νέο LL.B. λειτουργεί ουσιαστικά ως διαφορετική εκπαιδευτική δομή, σχεδιασμένη για ένα διαφορετικό, σε μεγάλο βαθμό διεθνές, κοινό.
Για το ΑΠΘ, επομένως, το εγχείρημα μπορεί να αποτελέσει ταυτόχρονα εργαλείο διεθνοποίησης, μέσο προσέλκυσης φοιτητών από το εξωτερικό και έναν τρόπο ενίσχυσης της παρουσίας του ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου σε ένα πεδίο όπου μέχρι σήμερα κυριαρχούσαν κυρίως ιδρύματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Η Ελλάδα μπροστά σε ένα νέο εκπαιδευτικό τοπίο
Η έναρξη του αγγλόφωνου LL.B. πραγματοποιείται σε μία περίοδο ευρύτερων αλλαγών για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.
Την ίδια στιγμή που προχωρά η θεσμική ενσωμάτωση του θεσμού των παραρτημάτων αλλοδαπών Πανεπιστημίων μέσω των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΝΠΠΕ), τα δημόσια ελληνικά Πανεπιστήμια διευρύνουν τη διεθνή τους δραστηριότητα μέσα από ξενόγλωσσα προγράμματα.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές θεσμικές διαδρομές, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται. Η παράλληλη ανάπτυξή τους, όμως, αποτυπώνει μία ευρύτερη αλλαγή: η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση επιχειρεί σταδιακά να μετακινηθεί από ένα μοντέλο που απευθυνόταν κυρίως στην εγχώρια εκπαιδευτική ζήτηση προς ένα πιο εξωστρεφές και διεθνώς ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στον χώρο της Νομικής, έναν κλάδο που για δεκαετίες παρέμενε στενά συνδεδεμένος με την ελληνική γλώσσα και τη μελέτη της εθνικής έννομης τάξης.
Το νέο πρόγραμμα του ΑΠΘ έρχεται να προσθέσει μία διαφορετική διάσταση σε αυτή την παράδοση.
Από την εθνική νομική εκπαίδευση σε ένα διεθνές μοντέλο
Ο απόφοιτος του αγγλόφωνου LL.B. καλείται να αποκτήσει ισχυρή βάση στο Civil Law, αλλά ταυτόχρονα να κατανοεί τις βασικές αρχές και τις διαφορετικές προσεγγίσεις του Common Law και να κινείται με μεγαλύτερη άνεση στο ευρωπαϊκό, διεθνές και συγκριτικό νομικό περιβάλλον.
Αυτό ακριβώς είναι που διαφοροποιεί το πρόγραμμα από την απλή αγγλόφωνη διδασκαλία της ελληνικής Νομικής.
Η φιλοδοξία του είναι να διαμορφώσει ένα διαφορετικό προφίλ νομικού επιστήμονα: έναν απόφοιτο ο οποίος, εκτός από τη θεωρητική κατάρτιση, θα διαθέτει διεθνή προσανατολισμό, πρακτικές δεξιότητες και εξοικείωση με την τεχνολογία που μετασχηματίζει ήδη το νομικό επάγγελμα.
Εφόσον το εγχείρημα καταφέρει να προσελκύσει σημαντικό αριθμό διεθνών φοιτητών και να εδραιωθεί ακαδημαϊκά, η επίδρασή του μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της ίδιας της Νομικής Σχολής.
Η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει έναν πιο διακριτό ρόλο στον χάρτη των αγγλόφωνων νομικών σπουδών, ιδιαίτερα για φοιτητές από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο και άλλες περιοχές που αναζητούν πρόσβαση σε ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά προγράμματα χωρίς να χρειάζεται να μετακινηθούν προς τα παραδοσιακά κέντρα νομικής εκπαίδευσης της Δυτικής Ευρώπης.
Παράλληλα, η ανάπτυξη τέτοιων προγραμμάτων αναμένεται να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στον χώρο της νομικής εκπαίδευσης και να δημιουργήσει νέα κίνητρα για τη βελτίωση των ελληνικών προγραμμάτων σπουδών, των εκπαιδευτικών μεθόδων και της διεθνούς παρουσίας των Νομικών Σχολών.
Το στοίχημα για το ΑΠΘ και την ελληνική Νομική
Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι απλώς η έναρξη ενός ακόμη προπτυχιακού προγράμματος.
Είναι κατά πόσο ένα ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο μπορεί να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα που θα είναι πραγματικά ανταγωνιστικό σε διεθνές επίπεδο και θα μπορεί να προσελκύσει φοιτητές οι οποίοι, μέχρι σήμερα, θα επέλεγαν ένα αγγλόφωνο LL.B. σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Η απάντηση θα κριθεί από περισσότερους παράγοντες: την ακαδημαϊκή ποιότητα, το επίπεδο των διδασκόντων, τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του τίτλου, τις ακαδημαϊκές και επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων, αλλά και την ικανότητα του προγράμματος να δημιουργήσει ένα πραγματικά διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών. Θα μετρηθεί από το αν το πρόγραμμα θα καταφέρει να αποκτήσει ταυτότητα, διεθνές αποτύπωμα και ακαδημαϊκή αξιοπιστία.
Το αγγλόφωνο LL.B. της Νομικής ΑΠΘ αποτελεί, συνεπώς, κάτι περισσότερο από μία νέα εκπαιδευτική επιλογή. Αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετάβασης της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης προς ένα πιο διεθνοποιημένο μοντέλο.
Για πρώτη φορά, ένα δημόσιο ελληνικό Πανεπιστήμιο επιχειρεί στον χώρο της προπτυχιακής Νομικής να απευθυνθεί συστηματικά σε φοιτητές πέρα από τα εθνικά σύνορα, συνδυάζοντας την παράδοση του Civil Law με το ευρωπαϊκό και συγκριτικό δίκαιο, την πρακτική εκπαίδευση και τις νέες τεχνολογίες.
Το αν αυτή η προσπάθεια θα εξελιχθεί σε ένα πραγματικά διεθνές σημείο αναφοράς για τη νομική εκπαίδευση θα φανεί στην πράξη.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κατεύθυνση έχει πλέον αλλάξει. Τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια δεν περιορίζονται μόνο στην κάλυψη της εγχώριας εκπαιδευτικής ζήτησης. Διεκδικούν πλέον ενεργότερο ρόλο στη διεθνή ακαδημαϊκή σκηνή — και το αγγλόφωνο LL.B. της Νομικής ΑΠΘ αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της νέας εποχής.

