ΕΔΔΑ: Νόμιμη η δήμευση ακινήτων συζυγικής κοινοκτημοσύνης μετά την καταδίκη συζύγου για υπεξαίρεση στη Γαλλία
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε την υπόθεση Sylvie Vallée κατά Γαλλίας (προσφυγή αριθ. 13598/21) και έκρινε ότι η δήμευση δύο ακινήτων, τα οποία αποτελούσαν μέρος της περιουσίας της συζυγικής κοινοκτημοσύνης, δεν παραβίασε το δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας.
Η προσφυγή αφορούσε την απώλεια δύο ακινήτων που ανήκαν από κοινού στην προσφεύγουσα και στον σύζυγό της. Η δήμευση επιβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που στρεφόταν αποκλειστικά κατά του συζύγου της, ο οποίος είχε καταδικαστεί για το αδίκημα της υπεξαίρεσης.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η γυναίκα υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στερήθηκε περιουσιακά στοιχεία που αφορούσαν και την ίδια, μολονότι δεν ήταν κατηγορούμενη ούτε αποτελούσε διάδικο στην ποινική διαδικασία κατά του συζύγου της.
Μετά την καταδίκη του συζύγου, οι γαλλικές αρχές προχώρησαν στη δήμευση των δύο ακινήτων. Ως αποτέλεσμα, η κυριότητα των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων πέρασε στο Δημόσιο, παρά το γεγονός ότι αυτά είχαν αποκτηθεί και ανήκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος συζυγικής κοινοκτημοσύνης.
Η προσφεύγουσα θεώρησε ότι η εξέλιξη αυτή συνιστούσε αδικαιολόγητη επέμβαση στην περιουσία της και προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, επικαλούμενη το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο προστατεύει την περιουσία.
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ
Το ΕΔΔΑ αναγνώρισε καταρχάς ότι η δήμευση επηρέαζε και τα περιουσιακά συμφέροντα της προσφεύγουσας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ιδιαιτερότητες του γαλλικού συστήματος νόμιμης συζυγικής κοινοκτημοσύνης και διαπίστωσε ότι το επίμαχο μέτρο αποτελούσε επέμβαση στην απόλαυση των περιουσιακών της δικαιωμάτων.
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν οδήγησε στην κρίση ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης.
Το Δικαστήριο στάθμισε, από τη μία πλευρά, τα περιουσιακά συμφέροντα της προσφεύγουσας και, από την άλλη, το δημόσιο συμφέρον που υπηρετούσε η δήμευση, ιδίως τον σκοπό της αποτελεσματικής αντιμετώπισης και καταπολέμησης του εγκλήματος.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι τα κράτη διαθέτουν σημαντικό περιθώριο εκτίμησης όταν λαμβάνουν μέτρα που αποσκοπούν στην πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αφορούν περιουσιακά στοιχεία.
Με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι γαλλικές αρχές δεν υπερέβησαν το περιθώριο αυτό. Κατά την εκτίμησή του, επιτεύχθηκε η απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της περιουσίας της προσφεύγουσας και στην ανάγκη προστασίας του γενικού συμφέροντος μέσω της καταπολέμησης του εγκλήματος.
Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Καθοριστική η έννοια της συζυγικής κοινοκτημοσύνης
Ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση είχε το γεγονός ότι τα ακίνητα δεν θεωρήθηκαν περιουσία που ανήκε αποκλειστικά στον σύζυγο που καταδικάστηκε, αλλά στοιχεία της κοινής περιουσίας των συζύγων, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο.
Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι, υπό το συγκεκριμένο καθεστώς, η περιουσία της κοινοκτημοσύνης δεν ταυτίζεται με την ατομική περιουσία καθενός από τους δύο συζύγους.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε υποστεί προσωπική περιουσιακή απώλεια με τον τρόπο που η ίδια υποστήριζε. Παρά τη δήμευση των ακινήτων, το γαλλικό δίκαιο προέβλεπε έναν μηχανισμό μέσω του οποίου η κοινοκτημοσύνη μπορούσε να αξιώσει αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας που προέκυπτε από αξιόποινες πράξεις ενός εκ των συζύγων.
Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ αναφέρθηκε στο άρθρο 1417 του γαλλικού Αστικού Κώδικα, βάσει του οποίου η συζυγική κοινοκτημοσύνη έχει αξίωση αποζημίωσης για οικονομική ζημία που προκαλείται από αδικήματα τα οποία διαπράττει ένας από τους συζύγους.
Επομένως, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η προσφεύγουσα διέθετε η ίδια τη δυνατότητα να κινήσει, όσο βρισκόταν εν ζωή, την προβλεπόμενη διαδικασία για την αποκατάσταση της οικονομικής ζημίας. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να επωφεληθεί έμμεσα από την αποζημίωση που προβλεπόταν από το γαλλικό δίκαιο.
Η συμπεριφορά της προσφεύγουσας και οι διαδικαστικές της δυνατότητες
Στην κρίση του ΕΔΔΑ συνεκτιμήθηκαν και ορισμένες πρόσθετες περιστάσεις που αφορούσαν τη θέση της προσφεύγουσας στην υπόθεση.
Πρώτον, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας το κατά πόσον η ίδια είχε προσωπικά γνώση των αξιόποινων ενεργειών του συζύγου της ή αν μπορούσε να της αποδοθεί κάποιος βαθμός υπαιτιότητας ή έλλειψης επιμέλειας. Η δήμευση δεν εξαρτιόταν από την απόδειξη προσωπικής ενοχής της προσφεύγουσας.
Δεύτερον, το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη ότι η προσφεύγουσα είχε επωφεληθεί για σημαντικό χρονικό διάστημα από τα οικονομικά οφέλη που προέρχονταν από την εγκληματική δραστηριότητα του συζύγου της.
Τρίτον, σημαντικό ρόλο είχε και το γεγονός ότι δεν είχε στερηθεί κάθε δυνατότητα να εκφράσει τη θέση της σχετικά με τη δήμευση. Ειδικότερα, μπορούσε να παρουσιάσει τις απόψεις και τις παρατηρήσεις της κατά τη διάρκεια των σχετικών ακροαματικών διαδικασιών, ενώ είχε επίσης υποβάλει η ίδια παρεμπίπτουσα αίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας.
Το ΕΔΔΑ συνεκτίμησε, επομένως, όχι μόνο την ουσιαστική προστασία που παρείχε το γαλλικό δίκαιο στην προσφεύγουσα, αλλά και τις διαδικαστικές δυνατότητες που είχε στη διάθεσή της για να υποστηρίξει τα περιουσιακά της συμφέροντα.
Συμπέρασμα
Με βάση το σύνολο των παραπάνω στοιχείων, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατέληξε ότι η δήμευση των ακινήτων της συζυγικής κοινοκτημοσύνης, η οποία επιβλήθηκε στο πλαίσιο της ποινικής καταδίκης του ενός συζύγου για υπεξαίρεση, δεν επέβαλε στην προσφεύγουσα δυσανάλογο βάρος.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι γαλλικές αρχές πέτυχαν την αναγκαία ισορροπία μεταξύ της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων της συζύγου και της ανάγκης αντιμετώπισης της εγκληματικότητας. Παράλληλα, το γεγονός ότι το γαλλικό δίκαιο αναγνώριζε στην κοινοκτημοσύνη δυνατότητα αξίωσης αποζημίωσης για την οικονομική ζημία που προκλήθηκε από το αδίκημα του ενός συζύγου αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο για την τελική κρίση του Δικαστηρίου.
Έτσι, στην υπόθεση Sylvie Vallée κατά Γαλλίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η επίμαχη δήμευση ήταν συμβατή με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και ότι δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματος στην προστασία της περιουσίας
Μπορείτε να βρείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης στο echr.coe.int.

