ΣτΠ: Παρατηρήσεις για το νέο πλαίσιο ισότητας αμοιβών – Κεντρικός ρόλος και προϋποθέσεις εφαρμογής
Ο Συνήγορος του Πολίτη κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί του σχεδίου νόμου για την ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ίσης αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, καθώς και για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/970 σχετικά με τη μισθολογική διαφάνεια.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αρχή επισημαίνει ότι οι νέες ρυθμίσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή εξέλιξη που επιχειρεί να μετατρέψει την αρχή της ισότητας αμοιβών από μια γενική διακήρυξη σε ένα ουσιαστικό και δεσμευτικό σύστημα πρόληψης και αντιμετώπισης μισθολογικών διακρίσεων. Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ίσης αμοιβής είχε ήδη κατοχυρωθεί με παλαιότερες ευρωπαϊκές οδηγίες και με το άρθρο 4 του ν. 3896/2010, ωστόσο η εμπειρία έδειξε ότι η τυπική κατοχύρωση δεν επαρκεί για την εξάλειψη των μισθολογικών ανισοτήτων.
Με τη νέα οδηγία εισάγονται κανόνες που ενισχύουν τη διαφάνεια στις αμοιβές, περιορίζουν τη μισθολογική αδιαφάνεια και τις πρακτικές εμπιστευτικότητας, και απαιτούν οι αποδοχές να βασίζονται σε αντικειμενικά και ουδέτερα κριτήρια ως προς το φύλο, όπως οι δεξιότητες, η προσπάθεια, η ευθύνη και οι συνθήκες εργασίας. Παράλληλα, ενισχύεται το δικαίωμα πληροφόρησης των εργαζομένων και η δυνατότητα ελέγχου και λογοδοσίας των εργοδοτών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη, ο οποίος αναλαμβάνει πλέον διττή αποστολή, αφενός ως φορέας προώθησης και παρακολούθησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης και αφετέρου ως αρμόδιος φορέας για την παρακολούθηση της ισότητας των αμοιβών και της μισθολογικής διαφάνειας. Ο ρόλος του περιλαμβάνει την εποπτεία της εφαρμογής, τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων, τη συνηγορία, καθώς και τη δυνατότητα δικαστικής παρέμβασης.
Ωστόσο, η Αρχή τονίζει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του νέου πλαισίου προϋποθέτει συγκεκριμένες ενισχύσεις. Συγκεκριμένα, απαιτείται η έγκαιρη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στον αυξημένο όγκο καταγγελιών και στην ανάγκη επεξεργασίας μεγάλων δεδομένων και ανάλυσης μισθολογικών ανισοτήτων. Παράλληλα, κρίνεται αναγκαία η ενίσχυση της υλικοτεχνικής υποδομής και των οικονομικών πόρων της Αρχής, καθώς και η ανάπτυξη συνεργασιών με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Τέλος, επισημαίνεται ως κρίσιμη η έγκαιρη έκδοση του δευτερογενούς κανονιστικού πλαισίου, ιδίως των υπουργικών και κοινών υπουργικών αποφάσεων που θα ρυθμίσουν τη λειτουργία της ψηφιακής πλατφόρμας, τη διαλειτουργικότητα με συστήματα όπως το ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και τη ροή των απαραίτητων στοιχείων προς την Αρχή. Μέχρι να διαμορφωθούν πλήρως οι θεσμικές και λειτουργικές αυτές προϋποθέσεις, η εφαρμογή των νέων αρμοδιοτήτων αναμένεται να εξελίσσεται σταδιακά, ανάλογα με τον βαθμό επιχειρησιακής ετοιμότητας των εμπλεκόμενων φορέων.

