Τα πλημμελήματα δύο ταχυτήτων, του άρθρου 489 ΚΠΔ.
Η διάκριση των αξιόποινων πράξεων ανάλογα με την in abstracto βαρύτητα τους, την οποία προβλέπει το Ελληνικό ποινικό σύστημα, άρθρο 18ΠΚ, σε πλημμελήματα και κακουργήματα έχει συγκεκριμένες και κοινές συνέπειες για κάθε ομάδα εγκλημάτων. Η ως άνω διχοτόμηση έχει πολλαπλές πρακτικές συνέπειες τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου όσο και της Ποινικής Δικονομίας. Η κοινότητα και η ομοιομορφία των συνεπαγομένων, κατά επίπεδο εγκληματικής βαρύτητας, συνεπειών εκφράζει την ανάγκη ίδιας αντιμετώπισης των αυτών περιπτώσεων, πράγμα το οποίο υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο την ασφάλεια και την κοινωνικότητα (=βαθμό αποδοχής), του Δικαίου. Κάθε, λοιπόν, απομάκρυνση ή διαφοροποίηση από τις παραπάνω γενικές και αφηρημένες αρχές αφενός μεν πρέπει να στηρίζεται σε απόλυτα αιτιολογημένη και υψηλά αξιολογημένη ανάγκη αφετέρου δε να μην έρχεται σε σύγκρουση με τη γενικότερη δογματική αντίληψη του Ποινικού Δικαίου.
Αφορμή για το παρόν σημείωμα αποτελεί το όριο της εφέσιμης ποινής των πλημμελημάτων, τα οποία εκδικάζονται στα ακροατήρια των μονομελών ή τριμελών εφετείων κακουργημάτων ή των ΜΟΔ, και είναι τουλάχιστον 2 ετών, (καθόν χρόνον το όριο εφεσίμου για τα πλημμελήματα είναι ποινή πέραν των πέντε -5- στο Μον. Πλημ. ή οκτώ -8-μηνών στο Τριμ. Πλημ).
Η ως άνω εξαίρεση προκύπτει είτε λόγω συμμετοχής ή συναφείας, (όταν δικάζουν συναφή προς κακουργήματα πλημμελήματα), είτε διότι τα παραπάνω δικαστήρια δέχτηκαν τέλεση αδικήματος σε βαθμό πλημμελήματος κατά επιτρεπτή μεταβολή νομικού χαρακτηρισμού της κατηγορίας.
Η τυχαία εκδίκαση μιας υπόθεσης από το μονομελές ή τριμελές εφετείο ή το ΜΟΔ, η οποία είναι πιθανόν να οφείλεται ακόμη και σε λανθασμένο βαρύτερο χαρακτηρισμό της πράξης κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης ή κατά την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο με βούλευμα, δικαιολογεί τηδιαφοροποίηση;
Η διατύπωση, της διάταξης αναφέρεται για τον προσδιορισμό της εφεσίμου ποινής στο είδος του δικαστηρίου και όχι στο είδος του εγκλήματος. Αυτή η πλήρης αποσύνδεση των ορίων της εφεσίμου ποινής από το βαθμό πταίσματος του δράστη και η αποκλειστική σύνδεση τους με το βαθμό του δικαστηρίου παραβιάζει κατάφωρα την αρχή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, (η οποία καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου). Δύο διαφορετικά πρόσωπα φερόμενα ως υπαίτια αδικήματος σε βαθμό πλημμελήματος, πρέπει να υφίστανται τις αυτές συνέπειες και να μη γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση αφορώσα στην προσωπική ελευθερία του προσώπου. Η διαφοροποίηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε ηθικά ούτε νομικά.
Το ισχύον Σύνταγμα καμία ανάλογη «ποιοτική» διάκριση των πλημμελημάτων δεν προβλέπει. Η τυχαία εκδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο ή το ΜΟΔ, με κρίση ότι υπόκειται τέλεση πλημμελήματος, δεν συνιστά δικαιολογητικό λόγο περιορισμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Με άλλα λόγια το τυχαίο γεγονός δεν μπορεί να θεωρηθεί κριτήριο διαφοροποίησης μεταξύ δύο όμοιων περιπτώσεων και να οδηγήσει σε στέρηση βασικού δικαιώματος επανάκρισης μιας υπόθεσης.
Η εφαρμογή του ορίου των δυο ετών έχει ως αποτέλεσμα πολλά πλημμελήματα να στερούνται, παντελώς και a priori, της δυνατότητας δευτεροβάθμιας κρίσης, (αφού σε πλείστα εξ αυτών δεν προβλέπεται καν ποινή μέχρι 2 έτη). Ούτε φυσικά η παλαιότερα υποστηριχθείσα άποψη ότι τα μονομελή και τριμελή εφετεία και τα ΜΟΔ συντίθενται από έμπειρους δικαστές μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πρώτον διότι η εμπειρία δεν συνιστά επιστημονικό μέγεθος, μετρήσιμο ή αξιοποιήσιμο. Δεύτερον διότι έτσι -a contrario-θεωρείται δεδομένο ότι οι δικαστές κατώτερων δικαστηρίων είναι ανεπαρκείς. Τρίτον η εμπειρία δεν υποκαθιστά την αρχή της ισότητας. Μετά ταύτα απαιτείται άμεση απόσυρση της συγκεκριμένης διάταξης, η οποία έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα και τις προβλέψεις της ΕΣΔΑ.
Θεοδόσιος Κονταξής, Δικηγόρος Παρά Πρωτοδίκαις, Μέλος ΔΣ του JuristLink.

