Νόμιμη η αξιολόγηση συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων κατά την εξέταση προσφυγής κατά απόφασης καταλογισμού φόρου (ΔΕφΑθ 2118/2025).

Το δικαστήριο έκρινε ότι συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να ληφθούν νόμιμα υπόψη, εφόσον ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζονται είχε τεθεί ενώπιον της Διοίκησης ή αν τα στοιχεία αυτά σχετίζονται με το σκεπτικό απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής.

Με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (ΔΕφΑθ 2118/2025) απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτοβάθμιας κρίσης που είχε δικαιώσει φορολογούμενη ως προς πράξη καταλογισμού φόρου εισοδήματος και ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης. Το δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι τα ποσά που εμφανίζονταν σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον πατέρα της φορολογούμενης δεν αποτελούσαν δικές της πρωτογενείς καταθέσεις και συνεπώς δεν συνιστούσαν φορολογητέα προσαύξηση περιουσίας.

Η απόφαση υπογράμμισε ότι η φορολογική διοίκηση φέρει το βάρος απόδειξης της παράβασης, το οποίο μπορεί να στηρίζεται και σε έμμεσες ενδείξεις, όπως ανεξήγητες τραπεζικές κινήσεις. Ο φορολογούμενος τεκμαίρεται ότι γνωρίζει την πραγματική προέλευση των ποσών που εισρέουν στους λογαριασμούς του και οφείλει να παράσχει τα σχετικά στοιχεία για τυχόν ποσά που δεν καλύπτονται από τις δηλώσεις εισοδήματός του. Οι έμμεσες αποδείξεις αποτελούν αντικειμενικές ενδείξεις που αξιολογούνται από τη διοίκηση και τα δικαστήρια, χωρίς να ανατρέπουν το βάρος απόδειξης.

Σε περίπτωση κατάθεσης ποσών σε κοινό λογαριασμό, τα οποία δεν αντιστοιχούν στα δηλωθέντα εισοδήματα, μπορεί – κατόπιν εκτίμησης του συνόλου των δεδομένων – να θεωρηθεί ότι αποτελούν εισόδημα του εκάστοτε συνδικαιούχου. Εάν δεν υπάρχει ιδιαίτερη εσωτερική σχέση μεταξύ τους, εφαρμόζεται το τεκμήριο του άρθρου 493 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο οι συνδικαιούχοι έχουν ισόποσο δικαίωμα στο υπόλοιπο του λογαριασμού. Κάθε συνδικαιούχος οφείλει να παρέχει εξηγήσεις για τις περιουσιακές μεταβολές που προκύπτουν από τις τραπεζικές συναλλαγές, ώστε να διαπιστωθεί αν υφίστανται φορολογικές υποχρεώσεις.

Αναφορικά με την ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 63 ΚΦΔ, το δικαστήριο επεσήμανε πως ο φορολογούμενος μπορεί, με την προσφυγή ή τους πρόσθετους λόγους, να προβάλλει νομικά ζητήματα που δεν είχε θέσει στη Διοίκηση, εφόσον δεν απαιτούν διερεύνηση νέων πραγματικών περιστατικών. Στην υπόθεση, ο ισχυρισμός της φορολογούμενης ότι το επίμαχο ποσό προερχόταν από επαγγελματική δραστηριότητα του πατέρα της είχε προβληθεί ήδη στο ενδικοφανές στάδιο και υποστηρίχθηκε με τα αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία.

Το δικαστήριο έκρινε ότι τα επιπλέον στοιχεία μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, διότι συνδέονταν άμεσα με τους ισχυρισμούς που είχαν ήδη τεθεί στη Διοίκηση και με τους λόγους απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής. Συνεπώς, δεν παραβιάστηκαν οι κανόνες απόδειξης της διοικητικής δικονομίας ούτε τα δικαιώματα της διοίκησης ως προς την ανταπόδειξη.

Η περίληψη της απόφασης είναι προσβάσιμη στο adjustice.gr