ΑΠ 1044/2023: Νόμιμη ανάγνωση έκθεσης ανάλυσης συλλεχθέντος προανακριτικού υλικού.
Η συγκεκριμένη έκθεση δεν περιλαμβάνει υποκειμενικές κρίσεις, προσωπικές απόψεις ή αυθαίρετα συμπεράσματα από τον συντάκτη της· αντίθετα, παραθέτει λεπτομερώς όλες τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που πραγματοποιήθηκαν από τις αναφερόμενες συνδέσεις των κατηγορουμένων, μετά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, και έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τις εγγυήσεις των άρθρων 4 και 5 του Ν. 2225/1994.
Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι η ανάγνωση και συνεκτίμηση αυτής της έκθεσης από το δικαστήριο της ουσίας ήταν νόμιμη, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η έκθεση είναι ένα ακριβές και αναλυτικό καταγραφικό εργαλείο των τηλεφωνικών επαφών των κατηγορουμένων και δεν εμπεριέχει καμία προσωπική εκτίμηση του συντάκτη της. Έχει συνταχθεί με βάση όσα ορίζουν τα άρθρα 4 και 5 του Ν. 2225/1994 και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 148 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί για (α) διεύθυνση, συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση που αποσκοπούσε στη διάπραξη κακουργημάτων σχετικών με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο περιουσιακό όφελος άνω των 75.000 ευρώ, κατ’ εξακολούθηση, καθώς και (β) για διακίνηση ναρκωτικών στο πλαίσιο αυτής της οργάνωσης, επίσης κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και με όφελος άνω των 75.000 ευρώ.
Σε σχέση με τη νομιμότητα της ανάγνωσης της επίδικης έκθεσης, ο αναιρεσείων προέβαλε αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι είχε συνταχθεί κατά παράβαση των άρθρων 148, 150, 152 ΚΠΔ και του άρθρου 370Α ΠΚ, ότι περιέχει προσωπικές κρίσεις και αυθαίρετες αξιολογήσεις και ότι δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις εγγυήσεις του Ν. 2225/1994, αφού το νομοθέτημα αυτό δεν προβλέπει ρητά τη σύνταξη τέτοιας «έκθεσης ανάλυσης». Υποστήριξε ακόμη ότι η έκθεση πρέπει να θεωρηθεί ως ανωμοτί μαρτυρική κατάθεση των αστυνομικών που την συνέταξαν, η οποία δεν επιτρέπεται να αναγνωστεί στο ακροατήριο σύμφωνα με το άρθρο 211 α’ του προϊσχύσαντος ΚΠΔ.
Το δικαστήριο, ωστόσο, δέχθηκε ότι από την ανάγνωση της έκθεσης προκύπτει ξεκάθαρα πως αυτή περιέχει ανάλυση δεδομένων και περιγραφή του τρόπου δράσης των κατηγορουμένων, όπως αυτά προέκυψαν από τις νόμιμες ενέργειες άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου. Η άρση του απορρήτου είχε διαταχθεί με βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, μετά από σχετικές διατάξεις της αρμόδιας Εισαγγελέως και ύστερα από αιτήσεις της αρμόδιας αστυνομικής υπηρεσίας. Δεν εντοπίζονται στην έκθεση προσωπικές κρίσεις των συντακτών της.
Η αναφορά ορισμένων λέξεων-κωδικών στις συνομιλίες (π.χ. «τρία χαρτιά» για 3.000 ευρώ, «τάληρο» για πέντε γραμμάρια ηρωίνης) δεν μεταβάλλει αυτό το συμπέρασμα, καθώς οι σημασίες αυτές προκύπτουν από τα ίδια τα καταγεγραμμένα τηλεφωνικά συμφραζόμενα και όχι από προσωπικές αξιολογήσεις των αστυνομικών.
Το δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας από τους υπαλλήλους που διενήργησαν την απομαγνητοφώνηση και τη σύνταξη της έκθεσης, αφού οι τελευταίοι ενήργησαν αυστηρά σύμφωνα με τα βουλεύματα που είχαν εκδοθεί και με τις σχετικές διαδικασίες και εγγυήσεις των άρθρων 4 και 5 του Ν. 2225/1994. Από την εφαρμογή αυτών των διαδικασιών προέκυψε και η συμμετοχή του κατηγορουμένου στις ερευνώμενες πράξεις.
Το γεγονός ότι ο νόμος δεν προβλέπει ειδικά την κατάρτιση «έκθεσης ανάλυσης» δεν καθιστά το έγγραφο αυτό παράνομο αποδεικτικό μέσο, αφού συντάχθηκε στο πλαίσιο της νόμιμης διαδικασίας άρσης απορρήτου και υπό τις ίδιες εγγυήσεις.
Επιπλέον, η έκθεση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανωμοτί μαρτυρική κατάθεση των αστυνομικών που συμμετείχαν στη σύνταξή της, καθώς αποτελεί έκθεση συντεταγμένη σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. ΚΠΔ από αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο στο πλαίσιο της υπηρεσίας του και αφορά πράξεις που ο ίδιος πραγματοποίησε. Ως υπηρεσιακό έγγραφο, μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Το δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της έκθεσης λόγω έλλειψης υπογραφής διερμηνέα για απομαγνητοφωνημένους διαλόγους στην αλβανική γλώσσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 151 εδ. β’ ΚΠΔ, η έκθεση υπογράφεται μόνο από όσους συμμετείχαν στη σύνταξή της. Στην περίπτωση αυτή, η έκθεση συντάχθηκε από δύο συγκεκριμένους αστυνομικούς και νόμιμα υπογράφηκε από αυτούς, χωρίς να απαιτείται συμμετοχή διερμηνέα, αφού η ανάγκη μετάφρασης καλύφθηκε νωρίτερα, στις επιμέρους εκθέσεις απομαγνητοφώνησης, όπου πράγματι υπήρξε διορισμός διερμηνέα, η οποία και υπέγραψε τις σχετικές εκθέσεις.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο της ουσίας ορθά κατέληξε ότι η επίδικη έκθεση δεν περιέχει υποκειμενικές κρίσεις ή συμπεράσματα, αλλά αποτελεί λεπτομερή καταγραφή των τηλεφωνικών επικοινωνιών των κατηγορουμένων, συνταγμένη σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του Ν. 2225/1994 και με τις διατάξεις των άρθρων 148 επ. ΚΠΔ, και συνεπώς μπορούσε νόμιμα να αναγνωστεί και να ληφθεί υπόψη.
Η πλήρης απόφαση είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Αρείου Πάγου. (https://www.areiospagos.gr/)

